αυτοοργάνωση, αλληλεγγύη, αναζήτηση, σκληρή δουλειά και πάντα rock n roll

στη ρωγμή του χρόνου

Το απόφθεγμα των ημερών

Με νέους επιχειρηματίες και αγρότες συναντήθηκε ο πρόεδρος της Δημοκρατικής Αριστεράς Φώτης Κουβέλης κατά την περιοδεία του στην πόλη της Τρίπολης, παρουσιάζοντας τις προγραμματικές θέσεις του κόμματός του με ιδιαίτερη έμφαση στα θέματα της αγροτικής οικονομίας και της ανάπτυξης.

Μεταξύ άλλων ο κ Κουβέλης πρότεινε:

-Διασφάλιση της δανειοδότησης προς τις επιχειρήσεις σε συνδυασμό με την προωθούμενη διαδικασία ανακεφαλαιοποίησης των Τραπεζών

-Συμψηφισμό υποχρεώσεων–απαιτήσεων μεταξύ κράτους και επιχειρήσεων συνυπολογίζοντας όλους τους φορείς του δημόσιου

-Εξόφληση των υποχρεώσεων τους κράτους προς τους ιδιώτες

-Αντιμετώπιση των αδικαιολόγητων εμποδίων από τη γραφειοκρατία και πάταξη της διαφθοράς

-Αναδιοργάνωση όλων των αρμόδιων δομών και υπηρεσιών του δημοσίου ώστε να εκπληρώνουν αποτελεσματικά το ρυθμιστικό, ελεγκτικό και ταυτόχρονα υποστηρικτικό ρόλο προς την επιχειρηματικότητα

-Σταθερό βιώσιμο και δίκαιο φορολογικό σύστημα με κίνητρα για επενδύσεις, δημιουργία θέσεων εργασίας και την επίδειξη φορολογικής συνέπειας

-Υποστήριξη μέσω του ΕΣΠΑ για τεχνολογικό εκσυγχρονισμό, βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων, διεθνή δικτύωση, σύνδεση με την Έρευνα – καινοτομία

-Υποστήριξη της δημιουργίας νέων οικονομικών υποκειμένων, ιδιαίτερα στον τομέα της Κοινωνικής Οικονομίας

ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ ΜΗ ΜΕ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΟΤΑΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΚΙΟ

Αλλαγή στον τόπο της εκδήλωσης


ΚΕΝΤΡΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΥ ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
Με τη συμπλήρωση τριών χρόνων από το θάνατο του Μιχάλη Παπαγιαννάκη σας καλούμε την Τρίτη 5 Ιουνίου 2012 στις 19.00 σε εκδήλωση, το Αμφιθέατρο του ΕΒΕΑ, Ακαδημίας 7, στις 19.00 με θέμα:
Ευρώπη-Βιώσιμη Ανάπτυξη-Μεταρρυθμίσεις
Η πολιτική παρακαταθήκη του Μιχάλη επίκαιρη παρά ποτέ
Ομιλητές: Γιάννης Βούλγαρης, Ηλίας Ευθυμιόπουλος, Λεωνίδας Λουλούδης, Νίκος Χριστοδουλάκης.
Συντονίζει η Χριστίνα Αγριαντώνη
Η επιστημονική επιτροπή του Κέντρου Πολιτικού Προβληματισμού Μιχάλης Παπαγιαννάκης

Πέμπτη, 31 Μαΐου 2012

Ευρωπαϊκή Αριστερά και λαϊκισμός



Πέτρος Παπασαραντόπουλος, από τη Μεταρρύθμιση


Τα αποτελέσματα των εκλογών της 6 ης Μαΐου 2012 και η σημαντική ενίσχυση πολιτικών κομμάτων με έντονη λαϊκιστική ρητορεία, κάνουν επιτακτική την ανάγκη να εξετάσουμε τη σχέση ανάμεσα στις βασικές ιδεολογικές και πολιτικές παραμέτρους της Ευρωπαϊκής Αριστεράς και του λαϊκισμού, προσπαθώντας να εντοπίσουμε αποκλίσεις και συγκλίσεις.
Για να γίνει αυτό δυνατό, πρέπει να προσπαθήσουμε να ορίσουμε τι εννοούμε με αυτές τις δύο έννοιες.

Η Ευρωπαϊκή Αριστερά
Ως Ευρωπαϊκή Αριστερά, στο κείμενο που ακολουθεί, νοείται η πολιτική οικογένεια που έχει προκύψει από τα σοσιαλδημοκρατικά και σοσιαλιστικά κόμματα που διέρρηξαν, από πολλές δεκαετίες, κάθε δεσμό με τον τριτοδιεθνιστικό μαρξισμό-λενινισμό, καθώς και με τα κόμματα που έλκουν την κληρονομιά τους από την απόπειρα να ανανεωθεί εκ των ένδον το κομμουνιστικό πείραμα, αυτό που είχε αποκληθεί ευρωκομμουνισμός.
Αυτή η πολιτική οικογένεια χαρακτηρίζεται από εξαιρετικά εκτεταμένη πολυμορφία και από μια μεγάλη διαφοροποίηση πολιτικών επιλογών, ιδίως μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου. Η ιδεολογική αμηχανία συμβαδίζει με έναν πλούτο αναζητήσεων που συνεχίζονται με αμείωτη ένταση και στις ημέρες μας.
Εντούτοις, μπορεί να βρει κανείς ελάχιστους πολιτικούς και ιδεολογικούς κοινούς παρονομαστές που εντέλει συγκροτούν την οικογενειακή της φωτογραφία.
Κατά την άποψή μας, την πλέον έγκυρη καταγραφή αυτών των παρονομαστών έχει κάνει ο Ιταλός φιλόσοφος Νορμπέρτο Μπόμπιο, με το σύνολο του έργου του[1], όπου μπορεί να εντοπίσει κανείς τις ακόλουθες ιδεολογικές και πολιτικές σταθερές:
1) Η Ευρωπαϊκή Αριστερά είναι πρωτίστως μια μεταρρυθμιστική πολιτική δύναμη. Αρνείται τη Γη της Επαγγελίας, την Επανάσταση, γιατί η Ιστορία είναι γεμάτη με εγκλήματα που έγιναν στο όνομα της Επανάστασης. Αντίθετα πιστεύει ότι ο δρόμος των μεταρρυθμίσεων είναι η μοναδική ρεαλιστική επιλογή για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να είναι «ριζοσπαστική», γιατί οι μεταρρυθμίσεις είναι κοινωνικές διεργασίες που απαιτούν κρίσιμο χρόνο ωρίμανσης, καθώς και ευρύτατες κοινωνικές συναινέσεις και δεν μπορούν να γίνουν «εδώ και τώρα».
2) Η Ευρωπαϊκή Αριστερά έχει ενσωματωμένη στον ιδεολογικό πυρήνα της την έννοια του πλουραλισμού, της δημοκρατίας που συμπεριλαμβάνει ( inclusive ) και δεν αποκλείει ( exclusive ), αποδεχόμενη ότι δεν υπάρχει μια και μοναδική αλήθεια, την οποία εξ ορισμού δεν κατέχει κανείς. Συνακόλουθα αρνείται κατηγορηματικά τη διάκριση Εχθρών/Φίλων που κατέχει κεντρική θέση σε άλλες πολιτικές ιδεολογίες [2]. Η επιλογή αυτή συμπυκνώνεται με ιδιαίτερα εύστοχο τρόπο στη ρήση του Νίκου Πουλαντζά ότι «η Αριστερά ή θα είναι δημοκρατική ή δεν θα είναι Αριστερά».
3) Η κεντρική της διαφοροποίηση από τη συντηρητική πολιτική οικογένεια είναι η έννοια της ισότητας. Για την Ευρωπαϊκή Αριστερά η ισότητα κατέχει κεντρική θέση, με την έννοια ότι πρέπει να γίνει κάθε δυνατή προσπάθεια έτσι ώστε, μέσω των κατάλληλων πολιτικών, να δοθούν ίσες ευκαιρίες σε όλους τους ανθρώπους. Αντίθετα, η συντηρητική προσέγγιση είναι ότι οι άνθρωποι είναι εξ ορισμού άνισοι και ότι το πρόβλημα αυτό μόνον περιπτωσιολογικά μπορεί να αντιμετωπιστεί, κυρίως μέσω της φιλανθρωπίας.
Στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης οι ιδέες της Ευρωπαϊκής Αριστεράς είχαν οριακή απήχηση. Ο κύριος πολιτικός φορέας τους, με ισχνή πολιτική επιρροή, ήταν το ΚΚΕ Εσωτερικού, που μετεξελίχθηκε στην ΕΑΡ και στη συνέχεια απορροφήθηκε από το Συνασπισμό. Οι ιδέες αυτές ήταν σε πλήρη ασυμβατότητα με τις επιλογές της ηγεσίας του Συνασπισμού και του ΣΥΡΙΖΑ, κάτι που οδήγησε στη δημιουργία της ΔΗΜΑΡ. Παράλληλα, σημαντικός αριθμός πολιτών και πολιτικών στελεχών που ασπάζονταν αυτές τις ιδέες συμμετείχε και συμμετέχει στο ΠΑΣΟΚ. Οι ιδέες αυτές ήταν μειοψηφικές στο χώρο αυτό όπου δέσποζε η λαϊκιστική ιδεολογία και η χαρισματική ηγεσία του Ανδρέα Παπανδρέου. Απέκτησαν σημαντική ισχύ στην περίοδο Σημίτη, διαλύθηκαν στην περίοδο της μετανεωτερικής ασυναρτησίας [3]που χαρακτήρισε την ηγεσία Γιώργου Παπανδρέου και έχουν επανέλθει, σε επίπεδο εξαγγελιών, με την πρόσφατη αλλαγή ηγεσίας στο ΠΑΣΟΚ, με τον Ευάγγελο Βενιζέλο να δηλώνει ότι το ΠΑΣΟΚ θα μετασχηματιστεί σε ένα ευρωπαϊκό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της κεντροαριστεράς.

Ο λαϊκισμός
Όπως έχουμε επισημάνει και σε άλλα κείμενά μας [4], η κρατούσα επιστημονικά άποψη για το λαϊκισμό συμπυκνώνεται στον ακόλουθο ορισμό:
«Λαϊκισμός είναιμια αβαθής ιδεολογία (thin-centered ideology) που θεωρεί ότι οι κοινωνίες είναι πλήρως διαχωρισμένες σε δύο ομοιογενή και ανταγωνιστικά σύνολα, τον ‘αγνό λαό’ εναντίον των ‘διεφθαρμένων ελίτ’, και η οποία υποστηρίζει ότι η πολιτική θα έπρεπε να είναι η έκφραση της γενικής θέλησης (volonté générale) του λαού»[5].
Ακριβώς λόγω της ρηχότητάς της, σε σύγκριση με άλλες συγκροτημένες ιδεολογίες, όπως ο σοσιαλισμός, ο φιλελευθερισμός, ή ο συντηρητισμός, η ιδεολογία του λαϊκισμού έχει χαρακτηριστεί ως ένα αδειανό μπουκάλι: Μπορεί να το γεμίσει κανείς με ό,τι περιεχόμενο θέλει, είτε αριστερό, είτε δεξιό. Αυτό, έχει οδηγήσει πολλούς μελετητές να επισημάνουν ότι ο λαϊκισμός είναι μια ιδεολογία με χαρακτηριστικά χαμαιλέοντα [6].
Στην Ελλάδα, ο λαϊκισμός με αριστερό περιεχόμενο κυριάρχησε για πολλά χρόνια με τον Ανδρέα Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ. Επανήλθε εντυπωσιακά στο πολιτικό προσκήνιο με τις θέσεις και απόψεις που υποστηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ με αριστερόστροφο πρόσημο και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες με δεξιόστροφο. Ο λαϊκισμός όχι μόνον κυριάρχησε, αλλά και ηγεμόνευσε στην κοινωνία, γιατί οι βασικές παραδοχές του είχαν τη συναίνεση της μεγάλης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού. Οι παραδοχές αυτές είναι:
1) Ο λαός έχει πάντα δίκιο. Ως λαός νοείται το σύνολο των «αγνών ανθρώπων», ομοιογενές και αδιαίρετο. Εσωτερικές διαφοροποιήσεις δεν υπάρχουν. Λαός είναι και τα συνδικάτα της ΔΕΗ που κατεβάζουν τους διακόπτες παροχής ηλεκτρικού ρεύματος και οι καταναλωτές. Λαός είναι και όσοι εισπράττουν συντάξεις τεθνεότων, λαός και οι συνεπείς φορολογούμενοι. Όλοι έχετε δίκιο, όπως έλεγε ο χότζας στο γνωστό ανέκδοτο. Κατά συνέπεια, οι επαγγελίες των αριστερόστροφων λαϊκιστών περί ισότητας είναι επιστολή άνευ περιεχομένου. Είναι ένα αδειανό πουκάμισο, αφού δεν βασίζονται σε μια μεταρρυθμιστική λογική που παίρνει υπόψη της την πολυπλοκότητα των κοινωνικών σχηματισμών και την ανάγκη συγκρούσεων εντός του λαού, που κάθε άλλο παρά ομοιογενής είναι.
2) Ο λαός ορίζεται κυρίως ex negativo σε σχέση με το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα. «Αυτοί» είναι οι εχθροί του. Πρέπει να προχωρήσει χωρίς αυτούς, όπως ήταν το κεντρικό προεκλογικό σύνθημα του ΣΥΡΙΖΑ. «Αυτοί» που επιπρόσθετα είναι «λιγότερο Έλληνες» από εμάς, όπως δήλωσε ο κ. Τσίπρας ή και προδότες και δοσίλογοι, όπως υποστηρίζει ο κ. Καμμένος.
3) Ανάμεσα σε αυτά τα δύο μπλοκ, τους καλούς και τους κακούς, υπάρχουν αδιαμεσολάβητα οι σωτήρες. Οι λαϊκιστές που υπόσχονται τη σωτηρία. Όπως στα σπαγγέτι-γουέστερν στις συγκρούσεις καουμπόηδων και ινδιάνων την κρίσιμη ώρα πάντοτε έφτανε το ιππικό. Ψηφίστε μας για να σας σώσουμε. Εσείς δεν χρειάζεται να αλλάξετε σε τίποτα, αφού ο λαός έχει πάντα δίκιο.
4) Στην ελληνική εκδοχή του, ο αριστερόστροφος λαϊκισμός έδωσε ιδιαίτερο βάρος στην αντιιμπεριαλιστική διάσταση, κατασκευάζοντας εκτός από εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς. Ως «Έθνος Ανάδελφον», ζούμε περικυκλωμένοι από εχθρούς που κοιμούνται και ξυπνάνε με μόνη έγνοια το πώς θα μας εξολοθρεύσουν [7]. Το σενάριο αυτό πρόσφατα απέκτησε και μια ψυχροπολεμική εφιαλτική διάσταση. « Βρισκόμαστε σε μια κατάσταση ισοδύναμη με εκείνη που αντιμετώπισαν οι ΗΠΑ με τη Ρωσία κατά τη διάρκεια των ημερών του Ψυχρού Πολέμου. Και οι δύο πλευρές είχαν πυρηνικά όπλα στα χέρια τους και οι δύο πλευρές απείλησαν να πατήσουν το κουμπί και να το ενεργοποιήσουν», σύμφωνα με τον κ. Τσίπρα. Οι εχθροί μας, δηλαδή η Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΔΝΤ, κρατάνε για την Ελλάδα όπλα πυρηνικής καταστροφής, όπως οι Αμερικανοί στον Ψυχρό Πόλεμο. Δεν θα τολμήσουν όμως να τα χρησιμοποιήσουν γιατί και εμείς, η Ελλάδα, έχουμε πυρηνικά όπλα, όπως η Σοβιετική Ένωση, αφού η χρεοκοπία μας θα συμπαρασύρει όλη την ευρωζώνη. Παράλληλα, στα πλαίσια μιας νέας εξωτερικής πολιτικής, ο ΣΥΡΙΖΑ ζητάει «Άμεση κατάργηση των βάσεων της Σούδας και του Άκτιου. Δεν θέλουμε την Ελλάδα στο ΝΑΤΟ, ούτε το ΝΑΤΟ στην Ελλάδα και αγωνιζόμαστε για τη διάλυσή του».

Συγκρίνοντας τα ανόμοια
Από την καταγραφή που προηγήθηκε, είναι εμφανές ότι ανάμεσα στον βασικό ιδεολογικό και πολιτικό πυρήνα των ιδεών της Ευρωπαϊκής Αριστεράς και εκείνον του λαϊκισμού, υπάρχει πλήρης ασυμβατότητα. Ακόμα και σε περιπτώσεις που κάποια ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα εισήγαγαν λαϊκιστικά στοιχεία στον πολιτικό τους λόγο, όπως οι Νέοι Εργατικοί του Τόνι Μπλερ, αυτά σε καμία περίπτωση δεν κυριάρχησαν πολιτικά. Ήταν ένας λελογισμένος λαϊκισμός ( soft populism ), μπροστά στη λαϊκιστική λαίλαπα που απειλεί όλη την Ευρώπη, όπως δήλωσε πρόσφατα ο νεοεκλεγείς σοσιαλιστής πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας Φρανσουά Ολάντ.
Η διαφορά των δύο προσεγγίσεων ιδεολογικά συμπυκνώνεται στο χάσμα ανάμεσα σε μια πλουραλιστική ιδεολογία, όπως είναι η σοσιαλδημοκρατική, και σε μια μονιστική ιδεολογία, όπως είναι ο λαϊκισμός, ιδίως ο αριστερόστροφος.
Πολιτικά, η βασική διαφορά είναι ανάμεσα σε ένα μεταρρυθμιστικό πρόταγμα σε σχέση με τις επικίνδυνες «ριζοσπαστικές» ακροβασίες.
Εντέλει, οι δύο αυτές ιδεολογίες μοιράζονται έναν εντελώς διαφορετικό κώδικα ιδεολογικών και πολιτικών αξιών. Εάν αυτό ισχύει, η ρητορεία περί «κυβερνήσεων της αριστεράς», που πρότεινε ο ΣΥΡΙΖΑ προεκλογικά και που δυστυχώς έχει απήχηση σε κύκλους της ΔΗΜΑΡ και του ΠΑΣΟΚ είναι εκτός τόπου και χρόνου. Όπως χαρακτηριστικά επισήμανε ο Μιχάλης Μητσός «Αριστερό δεν είναι να ζεις για χρόνια πάνω από τις δυνάμεις σου, κι όταν έλθει η ώρα του λογαριασμού να απαιτείς όχι μόνο να σου δανείζουν, αλλά και να δέχονται τους όρους σου. Αριστερό δεν είναι να καταγγέλλεις, να δημαγωγείς και να εκβιάζεις, δεν είναι να κόβεις γέφυρες και να απομονώνεσαι, αλλά να ακούς, να αναλύεις, να συνθέτεις και να χτίζεις συμμαχίες για το καλό, το δικό σου και των άλλων. Η τόλμη μπορεί να είναι αριστερή, το θράσος ποτέ»[8].
Είναι εμφανές ότι ο ΣΥΡΙΖΑ εντάσσεται πλήρως στην τυπολογία ενός λαϊκιστικού πολιτικού οργανισμού με αριστερόστροφο περιεχόμενο. Αυτό είναι αποτέλεσμα τριών ουσιωδών μεταλλάξεων που υπέστη τα τελευταία 15 χρόνια: Επί προεδρίας Νίκου Κωνσταντόπουλου και κυριαρχίας του κομμουνιστογενούς Αριστερού Ρεύματος, συντελέστηκε μια νεοκομμουνιστική-εθνικιστική μετάλλαξη, με αποκορύφωμα την επίσκεψη Κωνσταντόπουλου στο Βελιγράδι και την υποστήριξη στο καθεστώς Μιλόσεβιτς. Με τον Αλέκο Αλαβάνο επικεφαλής, μεταλλάχθηκε προς μια κινηματική και ριζοσπαστική λογική ενσωματώνοντας μια πλειάδα αριστεριστικών ομάδων και γκρουπούσκουλων που κινούνται οριακά στα πλαίσια της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Με τον Αλέξη Τσίπρα, όλος ο ιδεολογικός εξοπλισμός των δύο προηγούμενων μεταλλάξεων, μπήκε στο άδειο μπουκάλι της λαϊκιστικής ιδεολογίας. Πλέον, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ένας ακροαριστερός πολιτικός σχηματισμός [9], αλλά μια λαϊκιστική πολιτική δύναμη με αριστερόστροφο περιεχόμενο.
Η εξέλιξη αυτή δεν συνιστά ελληνική πρωτοτυπία. Παρόμοια φαινόμενα έχουν παρατηρηθεί και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο υπάρχουν πολλά ακροαριστερά κόμματα με πολύ μικρή πολιτική επιρροή. Όπως επισημαίνει ο Luke March , κάνοντας διάκριση μεταξύ ριζοσπαστισμού και εξτρεμισμού [10], «υπάρχουν δύο βασικές υποομάδες. Πρώτον, τα ριζοσπαστικά αριστερά κόμματα, τα οποία θέλουν “ριζική” συστημική αλλαγή του καπιταλισμού. Τα εξτρεμιστικά αριστερά κόμματα, αντίθετα, είναι πολύ πιο εχθρικά στη φιλελεύθερη δημοκρατία, συνήθως καταγγέλλουν κάθε συμβιβασμό με τις “αστικές” πολιτικές δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης της σοσιαλδημοκρατίας, δίνουν έμφαση στον εξωκοινοβουλευτικό αγώνα και ορίζουν τον “αντι-καπιταλισμό” με πολύ πιο αυστηρούς όρους, συνήθως θεωρώντας το μεγαλύτερο μέρος της επιχειρηματικής δραστηριότητας ως ανάθεμα» [11].
Λόγω αυτής της ιδεολογικής τους φυσιογνωμίας, τα ακροαριστερά κόμματα είναι ιδιαίτερα ευάλωτα από την ακροδεξιά που χρησιμοποιεί παρεμφερή «αντισυστημική» ρητορεία. Σε πολλές περιπτώσεις, «οι ψήφοι στην ακροαριστερά και την ακροδεξιά επικαλύπτονται: Η λέξη “αριστερο-λεπενιστής” επινοήθηκε για να περιγράψει τους Γάλλους κομμουνιστές ψηφοφόρους οι οποίοι προσχώρησαν στη ακροδεξιά» [12].
Προκειμένου να αντιμετωπίσουν αυτό τον κίνδυνο, κάποια ακροαριστερά κόμματα, όπως το γερμανικό DieLinke επιλέγουν τη λαϊκιστική μετάλλαξη, εγκαταλείποντας θεμελιώδεις αρχές του μαρξιστικού πυρήνα τους. Όπως έχει επισημανθεί, «τα σοσιαλ-λαϊκιστικά κόμματα δεν είναι πλέον ανοιχτά μαρξιστικά, αφού ενδιαφέρονται ιδιαίτερα να επεκτείνουν την εκλογική τους αντιπροσώπευση. Είναι λαϊκιστές ως προς την αντιπαράθεση μεταξύ “του ηθικού λαού” και “της διεφθαρμένης ελίτ”… Τα κόμματα αυτά παρουσιάζονται ως η φωνή του λαού, παρά ως η εμπροσθοφυλακή του προλεταριάτου» [13].
Σε αυτό το πλαίσιο είναι ακριβής η επισήμανση του Ανδρέα Πανταζόπουλου ότι «ο ακροδεξιός λαϊκισμός μπορεί να προσλαμβάνει αντιμεταναστευτικά και ρατσιστικά χαρακτηριστικά, ενώ ο ακροαριστερός λαϊκισμός, σύμφωνα με τον Πιερ-Αντρέ Ταγκιέφ, υποβασταζόμενος ενίοτε από έναν ηθικολογικό μιζεραμπιλισμό, τρέπεται περισσότερο προς έναν μαγικού τύπου αντικαπιταλισμό και έναν αναμνηστικό αντιφασισμό (η νεοεαμική ρητορική απεικονίζεται παραστατικά σε αυτή του την τάση). Σε κάθε περίπτωση, και παρά τις υπαρκτές διαφορές τους, οι δύο λαϊκισμοί έχουν κοινό στοιχείο την ανευθυνότητα» [14].
Η ελληνική ιδιαιτερότητα συνίσταται στο ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αυτά τα κόμματα έχουν πολύ μικρή πολιτική επιρροή [15], ενώ στην Ελλάδα, λόγω της ιδεολογικής ηγεμονίας του λαϊκισμού, σημειώνουν μεγάλες πολιτικές επιδόσεις.

Η ανθρωπολογική διάσταση

Η πολιτική μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ έχει και μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ανθρωπολογική διάσταση. Οι λαϊκιστές, ως φορείς μιας μονιστικής ιδεολογίας που κατέχει την απόλυτη αλήθεια, θεωρούν όσους έχουν αντίθετη άποψη ως προδότες, ως εχθρούς του λαού. Πριν από 27 χρόνια, ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε αποκαλέσει τον Λεωνίδα Κύρκο εκπρόσωπο «της αριστεράς των σαλονιών». Πριν από λίγες ημέρες, μετά από τις εκλογές της 6 ης Μαΐου, στη διάρκεια των διερευνητικών εντολών για σχηματισμό κυβέρνησης, όπου είχε αναφερθεί το ενδεχόμενο συμμετοχής της ΔΗΜΑΡ σε κυβέρνηση μαζί με ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία, ο Μανώλης Γλέζος μίλησε για «Εφιάλτες», ενώ το διαδίκτυο πλημμύρισε από το λόγο του μίσους οπαδών του ΣΥΡΙΖΑ προς τους παλιούς συντρόφους και φίλους τους που υποστήριζαν τη ΔΗΜΑΡ. Έναν λόγο μίσους που αρδεύει νομιμοποίηση από δύο παραδόσεις: Το λαϊκισμό σε συνδυασμό με μια άλλη ιδεολογία που υποστηρίζει ότι κατέχει την απόλυτη αλήθεια, το μαρξισμό-λενινισμό. Ενδεικτική σταχυολόγηση από τον τοίχο της ΔΗΜΑΡ Θεσσαλονίκης στο facebook :
«Κουφάλες, προδότες, δοσίλογοι, της χώρας ξεφτίλες, γερμανορουφιάνοι, παλιοκάφροι, αφιλότιμοι, ο νέος εφιάλτη ς της Ελλάδας, αριστερός Καρατζαφέρης, ανέντιμοι, ανθέλληνας, δολοφόνος των Ελλήνων, φασίστας, μυρμήγκι με φτερά, χρυσαυγίτες με κοστούμια, ηλίθιοι, καθίκια, βόδια, πόσα και τι ναρκωτικά πήρατε;, νέος προδότης, τι του τάξανε;, μαλάκας, Ντροπή ρε κότες, Θα τους κάψω όπου τους βρω, Κουβέλαινα, Φώταινα, κωλοτούμπας, ανίκανοι, πουλημένοι, σκουλήκι, αχ κουβελάκι κουβελάκι ξύλο που θα το φας (με φωτογραφία ενός κουνελιού με το πρόσωπο του Κουβέλη!), γερμανοτσολιάς, μαϊντανός (με φωτογραφία που λέει ο Φώτης πάει με όλα), σκατόφατσες, θα φύγετε με ελικόπτερα, λούγκρες, πουστράκια, ξεπουλημένοι, να βγούμε στους δρόμους κι εκεί να μετρηθούμε, όλοι έξω από τα γραφεία της ΔΗΜΑΡ αυθόρμητα όπως στις παρελάσεις, Πόσο πήγε η Αποστασία;, κλέφτες, λαμόγια, ασελγείτε πάνω στον λαό, βρομερή κουφάλα....».
Παρακολούθησα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την οδυνηρή έκπληξη πολλών μελών και στελεχών της ΔΗΜΑΡ στο διαδίκτυο από αυτή τη συμπεριφορά πρώην συντρόφων και φίλων τους. Τους ήταν αδύνατο να πιστέψουν και να κατανοήσουν αυτή τη μετάλλαξη. Εάν όμως ισχύουν όσα έχουμε αναφέρει μέχρι τώρα, αυτή είναι η πολιτική και προσωπική συμπεριφορά των μονιστών που κατέχουν την απόλυτη αλήθεια. Οι υποστηρικτές αυτών των θέσεων, που κατά την άποψή μας [16] συγκροτούν ένα φαιοκόκκινο μέτωπο λαϊκισμού, ανορθολογισμού και εξτρεμισμού, θα γίνουν ακόμα περισσότεροι αφού ο ΣΥΡΙΖΑ αρδεύει μετεκλογικά από τους Ανεξάρτητους Έλληνες (άλλωστε 49% των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ έχουν θετική άποψη για τον Πάνο Καμμένο, σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση). Το γεγονός ότι κάποια στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ ανθίστανται σθεναρά σε αυτή την πολιτική και ανθρωπολογική μετάλλαξη, δεν αλλάζει τη συνολική εικόνα.
Άλλωστε αυτά τα φαινόμενα, δεν είναι πρωτόγνωρα, έχουν συμβεί και παλαιότερα. Μικρή συνεισφορά προς τους νεότερους, δύο προσωπικές αναμνήσεις: Το Μάρτιο του 1975, μαζί με μια μικρή ομάδα από νεαρούς «Ρηγάδες» ήμασταν η ομάδα υποστήριξης του Μήτσου Παρτσαλίδη ως υποψήφιου δημάρχου Καβάλας. Πολύ σύντομα οι φαντασιώσεις μας για «κόκκινο δήμαρχο» στην Καβάλα εξατμίστηκαν. Εκείνο όμως που μου έμεινε βαθιά χαραγμένο στη μνήμη, είναι η αντιμετώπιση του μπάρμπα Μήτσου από τους «συντρόφους της άλλης πλευράς». Μίσος, συκοφαντία και η επωδός «είσαι προδότης» μας συνόδευαν σε κάθε επαφή μαζί τους. Δεκατέσσερα χρόνια μετά, στις 24 Ιουλίου 1989 ο Λεωνίδας Κύρκος έδωσε συνέντευξη στον γράφοντα, στο «Ράδιο Παρατηρητής». Μίλησε για το λαϊκισμό του ΠΑΣΟΚ και για τις χυδαιότητες του «Αυριανισμού». Είπε χαρακτηριστικά: «Η εμπάθεια κάποιων από τους πιο φανατικούς από τους επικριτές μου, φτάνει μέχρι και σε απειλές για τη σωματική μου ακεραιότητα. Η γυναίκα μου μάλλον το διασκεδάζει, γιατί συζητάει με αυτούς που από την άκρη του τηλεφώνου, χωρίς να λένε το όνομά τους, απειλούν ότι θα με γδάρουν ή θα με σκοτώσουν, και τους καλεί να πιούμε καφέ» [17].
Ακριβώς στο ίδιο πνεύμα πρέπει να διαβαστεί και σχετικό σχόλιο του Enrico Berlinguer: «Εγώ δεν εξαπολύω υβρεολόγια εναντίον κανενός. Δεν μου αρέσει το ανάθεμα: είναι έκφραση φανατισμού και υπάρχει πολύς φανατισμός στον κόσμο».

Να αποδομήσουμε τη ρητορεία του λαϊκισμού

Εάν, όπως έχει επισημανθεί, ο λαϊκισμός από την ίδια του τη φύση είναι μια «επικίνδυνη απειλή για τη δημοκρατία» [18], πρέπει να αποδομηθεί η ίδια η εσωτερική λογική του. Εάν αυτό γίνει, οι αριστερόστροφες και δεξιόστροφες εκδοχές του θα εξατμισθούν. Θα παραμείνει ένα άδειο μπουκάλι.
Στην Ελλάδα, πρώτος το είχε κατανοήσει ο Λεωνίδας Κύρκος, λέγοντας τα ακόλουθα τολμηρά, που καλό είναι να τα θυμόμαστε πάντα:
Συνεχίζουν να κυριαρχούν σε αυτόν τον τόπο οι ιδεοληψίες. Κάποτε επιτέλους πρέπει να απαλλαγούμε από τις μεγαλοϊδεατικές αυταπάτες, ότι είμαστε ο περιούσιος λαός της γης, ότι είμαστε γεμάτοι μεγαλοσύνη. Δυστυχώς δεν είμαστε. Είμαστε άξιοι για τα πιο μεγάλα, σε στιγμές μεγάλων κρίσεων, και άξιοι για τα πιο χαμηλά σε στιγμές δοκιμασίας. Δεν αντέχουμε στο χρόνο, δεν αντέχουμε στη συνέχεια, δεν αντέχουμε στη διαρκή προσπάθεια που πρέπει να καταβληθεί για να αλλάξουμε τα πάντα.
Όλοι ήμασταν κατώτεροι των περιστάσεων και εδώ θα πρέπει να κάνουμε και τον επικήδειο αυτής της αντίληψης που έχουμε για το λαό, ότι ο λαός έχει πάντα δίκιο. Ήμασταν μάρτυρες φαινομένων όπου ο λαός φέρθηκε ως απαίδευτος, αγράμματος και ιδιοτελέστατος, έχοντας όλα τα στίγματα μιας μακροχρόνιας διαφθοράς και ενός μακροχρόνιου πνεύματος ραγιαδισμού.
…Πολύ θα ήθελα να επαληθευτεί σήμερα στην πατρίδα μας ο αρχαίος μύθος του Φοίνικα που αναγεννάται από την τέφρα του. Βιώσαμε μέχρι σήμερα τον άλλο μύθο, εκείνο του Σίσυφου που δεν μπορεί ποτέ να φτάσει στην κορυφή. Ας ελπίσουμε ότι αυτή τη φορά ο Σίσυφος θα μπορέσει να σταθεί στα πόδια του. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα επαναληφθούν ιλιγγιώδη λάθη από την πλευρά της Αριστεράς και, ας μου επιτραπεί η έκφραση, ιλιγγιώδεις βλακείες. Αυτό το λέω με μια έμφαση που δύσκολα μπορεί να αποτυπωθεί στο γραπτό λόγο [19].



[1] Τα χαρακτηριστικότερα έργα του Νορμπέρτο Μπόμπιο που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά είναι Δεξιά και Αριστερά, Πόλις 1995, Το Μέλλον της Δημοκρατίας, Παρατηρητής 1993, Γερνώντας και άλλα αυτοβιογραφικά κείμενα, Πόλις 1998,Ισότητα και Ελευθερία, Πόλις 1998, Αυτοβιογραφία, Εκκρεμές 1999 και Εγκώμιο της Πραότητας και άλλα κείμενα περί Ηθικής, Πατάκης 2008.
[2] Η διάκριση Εχθρών/Φίλων κατέχει κεντρική θέση στον πολιτικό λόγο της ακροδεξιάς. Ένας από τους σημαντικότερους και πλέον αμφιλεγόμενους θεωρητικούς για το Κράτος, ο Γερμανός Carl Schmitt , που υπηρέτησε με αφοσίωση το χιτλερικό καθεστώς, είχε ορίσει την ουσία της πολιτικής ως τη διάκριση ανάμεσα σε Φίλους και Εχθρούς. Ενδεικτικά Καρλ Σμιτ, Η έννοια του Πολιτικού, Εκδόσεις Κριτική, Αθήνα 2009, Carl Schmitt , Σχετικά με τα τρία είδη νομικής σκέψης, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2009 και Γρηγόρης Ανανιάδης, Ιδέα, απόφαση, πολιτική – τρία δοκίμια για τον CarlSchmitt, Εκδόσεις Νήσος, Αθήνα 2006.
[3] Για τις μετανεωτερικές αντιλήψεις του Γιώργου Παπανδρέου περί πολιτικής δες Γιώργος Σιακαντάρης, Οι μεγάλες απουσίες – η δημοκρατία σε άμυνα, Πόλις 2011 και Πέτρος Παπασαραντόπουλος «Οι πολιτικές μεταλλάξεις του Γιώργου Παπανδρέου» στο Πολιτικό Τραβέρσο στην Ύστερη Μεταπολίτευση, Επίκεντρο 2010.
[4] Πέτρος Παπασαραντόπουλος, Ο Μανιχαϊσμός του λαϊκισμού στο http :// www . metarithmisi . gr / el / readArchives . asp ? catID =2& subCatID =8& textID =7722 (ανάκτηση 28 Μαΐου 2012).
[5] Cas Mudde, Cristobal Rovira Kaltwasser “Voices of the people: Populism in Europe and Latin America compared”, Working Paper 378, July 2011. Επίσης , Margaret Canovan, “ Trust the people! Populism and the two faces of Democracy”, Political Studies, 47 (1), 1999.
[6] Paul A. Taggart, “Populism and the Pathology of Representative Politics”, στο Y. Meny and Y. Surel ( επιμ .), Democracies and the Populist Challenge, Basingstoke, 2002, σελ . 62-80.
[7] Δες σχετικές δηλώσεις του Μίκη Θεοδωράκη όπου μιλάει για «ξεπούλημα της πατρίδας μας στους ξένους από το Σύστημα Εξουσίας, που χωρίς ντροπή ζητάει την ψήφο μας για να συνεχίσει το αντεθνικό και αντιλαϊκό του έργο», (δήλωση στις 4 Μαΐου 2012).
[8] Μιχάλης Μητσός, «Μια ‘αριστερή’ λύση», ΤΑ ΝΕΑ, 24 Μαΐου 2012.
[9] Για μια επιστημονικά τεκμηριωμένη προσέγγιση του φαινομένου των ακροαριστερών κομμάτων, δες Luke March , RadicalLeftPartiesinEurope (ExtremismandDemocracy ), Routledge , 2011.
[10] Εάν ως εξτρεμιστές μπορούν να οριστούν οι αντι-δημοκράτες αυτοί καθεαυτοί, ενώ οι ριζοσπάστες είναι αντίθετοι στη φιλελεύθερη δημοκρατία, αλλά όχι αντι-δημοκράτες αυτοί καθεαυτοί, τότε ανάμεσα στις διάφορες συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να βρει κανείς εκπροσώπους και των δύο τάσεων.
[11] Luke March , Contemporary Far Left Parties in Europe: From Marxism to the Mainstream?, (Bonn/Berlin: Friedrich Ebert Stiftung), 2008.
[12]Όπ . παρ .
[13] Luke March and Cas Mudde “ What’s Left of the Radical Left? The European Radical Left After 1989: Decline and Mutation”, Comparative European Politics, 2005, 3, (23–49).
[14] Ανδρέας Πανταζόπουλος, «Ακροδεξιός και ακροαριστερός λαϊκισμός», Το ΒΗΜΑ, 13 Μαΐου 2012.
[15] Χαρακτηριστικό είναι ότι στις πρόσφατες εκλογές που έγιναν στις 13 Μαΐου 2012 στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία το DieLinke καταποντίστηκε λαμβάνοντας 2,5% των ψήφων και μένοντας εκτός Βουλής. Στις προηγούμενες εκλογές είχε 5,6% και 11 έδρες, δηλαδή έχασε πάνω από τις μισές ψήφους του.
[16] Δες Πέτρος Παπασαραντόπουλος «Η Ηγεμονία του ανορθολογισμού και του εξτρεμισμού», http://www.metarithmisi.gr/el/readArchives.asp?catID=2&subCatID=8&textID=7008 (ανάκτηση 28 Μαΐου 2012)
[17] Πέτρος Παπασαραντόπουλος (επιμ.) Λεωνίδας Κύρκος Εκ Βαθέων, Επίκεντρο 2009, σελ. 71.
[18] Koen Abts, Stefan Rummens, “Populism versus Democracy”, Political Studies55, 2007, σελ . 405-424.
[19] Πέτρος Παπασαραντόπουλος (επιμ.) Λεωνίδας Κύρκος Εκ Βαθέων, Επίκεντρο 2009, σελ. 388 και 390.

Τετάρτη, 30 Μαΐου 2012

Καταγγελία και αναδιαπραγμάτευση του μνημονίου, από την Κ.Α.Σ


Από την Κολεκτίβα Αιρετικής Σκέψης

Ο ΣΥΡΙΖΑ προτίθεται να καταγγείλει το μνημόνιο ή να το αναδιαπραγματευθεί;
Η διαφορά είναι τεράστια γιατί στην πρώτη περίπτωση η Ευρωζώνη θα παύσει αμέσως τις πληρωμές, ενώ στη δεύτερη όχι. Τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ έχουν διγλωσσία. Ο κ. Δραγασάκης σε συνέντευξη του στο ΒΗΜΑ (13-5-2012) διέψευσε την εκδοχή της καταγγελίας («Εμείς δεν μιλάμε για μονομερείς ενέργειες»), αλλά την ίδια ημέρα στελέχη του επαναλάμβαναν (συνεχίζοντας τις επόμενες ημέρες) σε τηλεοπτικούς σταθμούς ότι το μνημόνιο πρέπει να καταγγελθεί. Τα μισά περίπου στελέχη του επιμένουν επαναλαμβάνοντας την ανάγκη καταγγελίας, ενώ τα άλλα μισά μεταχειρίζονται ηπιότερες εκφράσεις. Η λέξη καταγγελία απουσιάζει και από την επιστολή του κ. Τσίπρα προς Μπαρόζο. Η πολιτική τους εκφράζεται με εντελώς διαφορετικούς τρόπους προσαρμοζόμενη στις επιθυμίες του ακροατηρίου, τις ανάγκες ανάρρησης στην εξουσία και τη συνιστώσα από την οποία προέρχεται ο ομιλητής. Ανάμεσα στις εκφράσεις που χρησιμοποιούν είναι η «ακύρωση» του μνημονίου, ως και η «μη μονομερής καταγγελία». Υπάρχει άραγε και διμερής ή πολυμερής καταγγελία; Εδώ και λίγες ημέρες λανσαρίστηκε μάλιστα και η νέα εφεύρεση του κ. Δραγασάκη: Η «πολιτική καταγγελία». Τι έχουμε να ακούσουμε ακόμη.
Ποια είναι η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ για την αντιμετώπιση του χρέους;
Η «επιλεκτική διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, είτε βρίσκεται σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα είτε σε κράτη, η αναστολή εξυπηρέτησης του υπόλοιπου
ώσπου να υπάρξει οικονομική ανάκαμψη, και η εξυπηρέτησή του με ευνοϊκότερους όρους και ρήτρα ανάπτυξης και απασχόλησης. Για να επιτευχθεί αυτό το αποτέλεσμα χρειάζεται να αξιοποιηθεί κάθε μέσο, ακόμα και η διακοπή της πληρωμής». Από τη διατύπωση αυτή προκύπτει σαφώς ότι έχουν την πρόθεση να προχωρήσουν σε μονομερείς ενέργειες και σε παράβαση των συμφωνιών. Την «επιλεκτική διαγραφή» μας λένε στελέχη του θα αποφασίσει «διεθνής επιτροπή», την οποία θα συγκροτήσουν (προφανώς κατά τις προτιμήσεις τους) για να προσδώσουν επίφαση νομιμότητας. Ο μονομερής χαρακτήρας των ενεργειών προσδιορίζεται από τη φράση «Για να επιτευχθεί αυτό το αποτέλεσμα χρειάζεται να αξιοποιηθεί κάθε μέσο, ακόμα και η διακοπή της πληρωμής». Μήπως η διακοπή πληρωμής δεν είναι μονομερής ενέργεια; Ο κ. Καμμένος, πιο προσεκτικός, στο πρόγραμμα του επισημαίνει ότι «οι Ανεξάρτητοι Έλληνες θα καταγγείλουμε τα Μνημόνια και τις δανειακές συμβάσεις όταν βρούμε εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης από τη Ρωσία και την Κίνα και αλλοδαπούς κρατικούς και ιδιωτικούς φορείς για την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων ώστε να μην υπάρξουν προβλήματα ρευστότητας μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας, την οριστικοποίηση του δημόσιου χρέους και την
επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές». Ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι.
Περί υδρογονανθράκων
Τη φιλολογία αναπτύσσουν οι ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ, αλλά δεν αντικρούει ο ΣΥΡΙΖΑ. Οι φάσεις για την εξερεύνηση νέων κοιτασμάτων είναι: α) γεωλογική (ενδείξεις για πιθανή ύπαρξη) β) δορυφορική, σεισμολογική (πολύ σοβαρότερες ενδείξεις) γ) γεωτρήσεις (τότε μιλάμε για διακρίβωση). Η Ελλάδα είναι η χώρα της Μεσογείου που έχει κάνει την ελάχιστη έρευνα τις τελευταίες δεκαετίες (ούτε καν σοβαρή τύπου α). Θεωρείται όμως πιθανό από πολλές, κυρίως ξένες, εταιρείες με βάση δικές τους έρευνες τύπου α ότι στην Ελληνική ΑΟΖ (με εφαρμογή του ισχύοντος διεθνούς δικαίου θάλασσας, την εφαρμογή του οποίου αρνείται η Τουρκία) ότι υπάρχουν αξιόλογα κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου. Χωρίς όμως την ολοκλήρωση όλων των ερευνητικών φάσεων μένουμε σε ενδείξεις και υποθέσεις. Σημειώνουμε ότι oι Κύπριοι ανακήρυξαν την ΑΟΖ το 1998, ξεκίνησαν τις αδειοδοτήσεις το 2007 και δεν περιμένουν το πρώτο ευρώ πριν το 2016. Πότε άραγε περιμένει τα χρήματα ο κ. Καμμένος;
Η ρητορική της καταγγελίας της σύμβασης και της αναδιαπραγμάτευσης
Η καταγγελία χρησιμοποιείται ως λύση σε ριζοσπαστικά ακροατήρια, έναντι του ΚΚΕ που κατηγορεί το ΣΥΡΙΖΑ ως ανεπαρκώς μαχητικό και έναντι όσων προτείνουν στο ΣΥΡΙΖΑ να συμμετάσχει σε πολυκομματική κυβέρνηση η οποία θα επαναδιαπραγματευθεί («εμείς θέλουμε καταγγελία, εσείς αναδιαπραγμάτευση»). Η αναδιαπραγμάτευση χρησιμοποιείται για μη αριστερά ακροατήρια και προκειμένου να γίνουν αποδεκτοί ως συνομιλητές στο εξωτερικό. Πρόκειται για κλασική περίπτωση χαμαιλεοντισμού. Ποιες οι πρακτικές συνέπειες μια καταγγελίας ή της ηθελημένης παραβίασης των δεσμεύσεων μας; Αν εκτιμηθεί από την Ευρωζώνη ότι καταγγελία μας οδηγεί σε ακύρωση της δανειακής σύμβασης (η χώρα δεν ανταποκρίνεται στις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει), τότε με βάση τα αποτελέσματα του 2011 όπου το πρωτογενές έλλειμμα είναι της τάξης των 4,5 δισεκατομμυρίων περίπου, θα πρέπει μέσα σε μία νύχτα από τη στιγμή που θα παρθεί η απόφαση να γίνουν περικοπές της τάξης των 4,5 δισεκατομμυρίων έτσι ώστε να μπορέσουμε να ισοσκελίσουμε τα έσοδα με τα έξοδα.
Παράδειγμα πολυγλωσσίας την εβδομάδα μετά τις πρόσφατες εκλογές: Ο κ. Τσίπρας
εξηγεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν επιδιώκει την αποχώρηση από την ΕΕ, αλλά αν η
Ευρωζώνη δεν αποδεχθεί τις θέσεις του και θέλει να τινάξει στον αέρα το ευρώ, τότε
αυτή θα έχει την ευθύνη. Στις 16-5-12 ο Μανώλης Γλέζος δήλωνε στον ΑΝΤ1 ότι «το
χρήμα δεν έχει πατρίδα» και ότι «το ίδιο μας κάνει ευρώ και δραχμή» ενώ ο κ.
Μηλιός (υπεύθυνος της οικονομικής επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ) δήλωνε στο MEGA ότι
μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν πρόκειται να προβεί σε ενέργειες που να θέτουν σε
κίνδυνο την παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ. Συγκρίνετε τώρα τα παραπάνω με τη
διατύπωση του προγράμματος: «Η λύση είναι μία: επιλεκτική διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους... και η αναστολή εξυπηρέτησης του υπόλοιπου ώσπου να υπάρξει οικονομική ανάκαμψη…» για να διαπιστώσετε την πλήρη σύγχυση.
Γιατί η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ οδηγεί έξω από το ευρώ
Μας αποδέχθηκαν στη ζώνη του ευρώ για λόγους κυρίως πολιτικούς, γεωστρατηγικούς και ιστορικούς και δευτερευόντως οικονομικούς και μας δανείζουν αφειδώς υποβοηθώντας μας να παραμείνουμε για τους ίδιους λόγους και δύο επιπλέον: Πρώτο, η ελληνική χρεοκοπία θα έχει μεγάλο κόστος για τη Ζώνη του Ευρώ, δεύτερο, μπορεί να προκαλέσει ντόμινο χρεοκοπιών στο Νότο και, τρίτο, η Ευρωζώνη δυσφημείται αν εγκαταλείψει μια χώρα της που οδηγείται στην καταστροφή. Το τελευταίο δωδεκάμηνο, όμως η Ευρωζώνη έχει φροντίσει να περιορίσει το κόστος της και έχει φροντίσει να θωρακίσει κατά το δυνατόν τις πιο ευάλωτες χώρες με τη διοχέτευση μεγάλων κονδυλίων και δυνατοτήτων παρέμβασης στο EFSF, ενώ έχει επεξεργαστεί σενάρια εξόδου της χώρας μας. Δεν είναι σωστό ότι «Οι ευρωπαίοι θα μας δανείζουν γιατί τρέμουν την ελληνική χρεοκοπία». Υπάρχει ένα σημείο από το οποίο και πέρα το κόστος διάσωσης γίνεται πολύ μεγαλύτερο από το κόστος χρεοκοπίας για τους δανειστές μας. Είναι δυνατόν οι ξένοι να δανείζουν αενάως και απεριορίστως όλες χώρες του Νότου ή θα κάνουν εξαίρεση μόνο για τη χώρα μας; Οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης τονίζουν σε όλους τους τόνους ότι δεν είναι διατεθειμένες να ανεχθούν την Ελλάδα να προβεί σε μονομερείς ενέργειες ή να μην εφαρμόζει συστηματικά τους όρους που έχει υπογράψει. Οι χώρες της Ευρωζώνης δεν μπορούν να επιτρέψουν σε μια χώρα να παραβιάζει διαρκώς
συμφωνίες που έχει υπογράψει και πολύ περισσότερο να το διακηρύσσει και να
προκαλεί, κυρίως λόγω του φόβου ότι το ίδιο παράδειγμα συμπεριφοράς μπορεί να
ακολουθήσουν κι άλλες χώρες, οπότε οι συμφωνίες (οι οποίες συγκεκριμενοποιούν
πολιτικές) εντός Ευρωζώνης παύουν να έχουν νόημα.
Μόνο η αριστερά τολμά;
Κατά τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ μόνο οι ριζοσπάστες αριστεροί τολμούν να καταγγείλουν το μνημόνιο. Η εξαγγελία για καταγγελία του μνημονίου δεν είναι αποκλειστικότητα του ΣΥΡΙΖΑ. Οι ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΙ ΈΛΛΗΝΕΣ και η Χρυσή Αυγή θεωρούν επίσης απαραίτητη την καταγγελία του μνημονίου και μάλιστα τη θεωρούν απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να υποστηρίξουν οποιαδήποτε κυβέρνηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ χρησιμοποιούν πανομοιότυπη φρασεολογία. Ο ΣΥΡΙΖΑ χωρίζει τις πολιτικές δυνάμεις σε μνημονιακές και μη, ενώ ο κ Καμμένος διακρίνει τους ηγέτες σε προδότες και μη. Η Χρυσή Αυγή ξεπερνάει τους πάντες και σε πατριωτισμό και σε αριστεροσύνη γιατί «απαιτεί την άμεση καταγγελία του μνημονίου χωρίς όρους».
Ποιος τρομοκρατεί ποιον
Όταν τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ εκφράζουν την εκτίμηση ότι «με τη συνέχιση της εφαρμογής των συνταγών της Τρόϊκας η Ελλάδα θα χρεοκοπήσει» δεν θεωρείται ότι τρομοκρατούν κανέναν, αλλά όταν κάποιος άλλος επισημάνει «ότι η οικονομική κατάσταση της χώρας είναι κρίσιμη» ή ότι «η καταγγελία του μνημονίου θα σημάνει και την αποχώρηση από την Ευρωζώνη» τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ κραυγάζουν εν χορώ ότι ασκείται τρομοκρατία. Εξαίρεση έκαναν στον κ. Αλαβάνο, ο οποίος επανέλαβε την τελευταία εκτίμηση, αλλά τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ δεν τον κατηγόρησαν για τρομοκρατία (γιατί είναι γνωστός τους).__

Τρίτη, 29 Μαΐου 2012

Οι θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ στην εξωτερική πολιτική



Μια ομάδα φίλων αποδελτίωσε τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ στην εξωτερική πολιτική και μας τις παρουσιάζει.


Από την Κολεκτίβα Αιρετικής Σκέψης

Η προτεινόμενη εξωτερική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ βασίζεται στο ιδεολόγημα του αριστερού απομονωτισμού (κάτι μεταξύ Βόρειας Κορέας και καθεστώτος Τσάβες). Πίσω από το φιλοευρωπαϊκό προσωπείο κρύβονται βαθιά αντιδυτικές και αντιευρωπαϊκές απόψεις που θέτουν σε κίνδυνο τη συμμετοχή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ.
Χαρακτηριστικό της βαθύτατα εχθρικής στάσης του ΣΥΡΙΖΑ έναντι της Δυτικής Ευρώπης είναι το παρακάτω απόσπασμα συνέντευξης κ. Τσίπρα στο βρετανικό Channel 4:
«Πιστεύω ότι βρισκόμαστε σε μια κατάσταση ισοδύναμη με εκείνη που αντιμετώπισαν οι ΗΠΑ με τη Ρωσία, κατά τη διάρκεια των ημερών του ψυχρού πολέμου. Και οι δύο πλευρές είχαν πυρηνικά όπλα στα χέρια τους και οι δύο πλευρές απείλησαν να πατήσουν το κουμπί και να το ενεργοποιήσουν. Όταν έχετε να αντιμετωπίσετε έναν ψυχρό πόλεμο, καμία πλευρά δεν θα υποχωρήσει, έτσι και τώρα δεν περιμένουμε την κυρία Merkel ή τον κύριο Cameron να υποχωρήσουν».
Ο κ.Τσίπρας παρομοιάζει ευθέως τη σχέση Ελλάδας και ΕΕ με τη σχέση ανάμεσα στους αντιπάλους ΗΠΑ και ΕΣΣΔ στη διάρκεια του ψυχρού πολέμου. Ποια είναι άραγε η ουσία του διακηρυγμένου «ευρωπαϊσμού» του; Αντί των αμοιβαίων υποχωρήσεων και της σύνθεσης για το κοινό όφελος (όπως έκαναν ακόμη και οι δύο αντίπαλες υπερδυνάμεις πολλές φορές με συνθήκες για τον περιορισμό των ατομικών όπλων) προβλέπει ανυποχώρητες θέσεις που φυσικά δεν μπορούν να οδηγήσουν παρά σε σύγκρουση; Η μήπως ο κ. Τσίπρας φαντάζεται τον εαυτό του ως πυρηνική δύναμη, που διαπραγματεύεται την κρίση της Κούβας και τα πυρηνικά του όπλα είναι το ένα τρισ. που υπολογίζεται το κόστος για την Ε.Ε. από την έξοδο της Ελλάδας; Στην τελευταία περίπτωση, μήπως σκέφτονται οι σοφοί του ΣΥΡΙΖΑ, αντί να πληρώσουν οι δυτικοευρωπαίοι αυτό το κόστος, γιατί να μην μας δώσουν τα 130 δισ. Του μνημονίου, αλλά να μην το εφαρμόσουμε παρά μόνο επιφανειακά (χωρίς να κάνουμε τίποτα στην πράξη), όπως έκανε το ΠΑΣΟΚ τα δύο τελευταία χρόνια;

Όσο κι αν ψάξετε στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ ή τις ομιλίες του στελεχών του δεν θα βρείτε θετική αναφορά στην Ευρωπαϊκή Ενωση ή τη Δυτική Ευρώπη και την ιστορία της. Τίποτα καλό δεν φαίνεται να έχει προκύψει από τη ΕΕ για την Ευρώπη και τον κόσμο, τίποτα δεν έχει να πει σχετικά.
Ο ΣΥΡΙΖΑ εναντιώθηκε σε όλες τις στρατιωτικές επεμβάσεις της Δύσης που έγιναν τα τελευταία χρόνια, ακόμα και στην περίπτωση της Λιβύης, όπου υπήρχε σχετικό ψήφισμα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Θεωρεί επίσης ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική «είναι συνένοχη για τον πόλεμο στο Αφγανιστάν» αφού η ελληνική ειρηνευτική δύναμη, η οποία στελεχώνεται κατά κύριο λόγο από μηχανικούς και ιατρικό προσωπικό, συμμετέχει σε μια αποστολή που «συνιστά επέμβαση του ιμπεριαλισμού σε ξένα εδάφη». 

Επίσης έχει εκδηλώσει έντονο ενδιαφέρον για τη διπλωματική διελκυστίνδα μεταξύ Ιράν και Δύσης, υιοθετώντας φιλοϊρανική στάση. Τόσο ο προηγούμενος πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, όσο και ο σημερινός, είναι τακτικοί συνομιλητές της ιρανικής πρεσβείας στην Αθήνα.
Ωστόσο, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει έως τώρα σχολιάσει την πρόσφατη απόφαση της Τεχεράνης να διακόψει την εξαγωγή πετρελαίου προς τα ελληνικά διυλιστήρια Αξιοσημείωτη είναι και η θέση του ΣΥΡΙΖΑ όσον αφορά την ελληνοϊσραηλινή συνεργασία. Το κόμμα έχει ασκήσει δριμεία κριτική στις κυβερνήσεις Παπανδρέου και Παπαδήμου για τη σύναψη της «ιδιαίτερα επικίνδυνης στρατιωτικής συμμαχίας με το επεκτατικό Ισραήλ», αδυνατώντας προφανώς να κατανοήσει τα γεωπολιτικά οφέλη που προκύπτουν από τη σύμπλευση των ελληνικών και ισραηλινών συμφερόντων στην Ανατολική Μεσόγειο. Δεν είναι τυχαία, λοιπόν, η καλή σχέση που έχουν βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, όπως η κ. Σοφία Σακοράφα, με την ισλαμιστική οργάνωση Χαμάς.

Επιπρόσθετα, η Διεθνιστική Εργατική Αριστερά, μία από τις πολλές συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, έχει κατηγορήσει την αριστερή κυπριακή κυβέρνηση Χριστόφια για τη συνεργασία της με το Τελ Αβίβ διότι «θα λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης προς την Τουρκία για επιβολή ελληνοκυπριακών θέσεων» στο Κυπριακό. 
Το πιο ενδιαφέρον, ίσως, στοιχείο της πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ για την εξωτερική πολιτική είναι το αίτημα για άμεση αποχώρηση της Ελλάδας από το ΝΑΤΟ και τις στρατιωτικές αποστολές της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα Βαλκάνια και αλλού καθώς και το κλείσιμο των ξένων στρατιωτικών βάσεων. Εύκολα αντιλαμβάνεται κάποιος τις δραματικές συνέπειες που θα έχει μια τέτοια απόφαση για τη θέση της Ελλάδας στο διεθνές και περιφερειακό σύστημα: η χώρα θα απομονωθεί από τους συμμάχους της την ώρα που η Τουρκία ακολουθεί μία αναθεωρητική πολιτική στο Αιγαίο και την Κύπρο και η ελληνική ισχύς μειώνεται δραματικά.
Ας σημειωθεί, τέλος, ότι ο κ. Μπαλάφας εδώ και λίγες ημέρες ανέφερε σε τηλεοπτική εκπομπή ότι «μείωση εξόδων μπορεί να επιτευχθεί και μέσω της δραστικής μείωσης των αμυντικών δαπανών». Όταν ο δημοσιογράφος τον ρώτησε «και ο κίνδυνος της Τουρκίας;» ο κ. Μπαλάφας απάντησε «θα το ρισκάρουμε». Εξόχως υπεύθυνη και πατριωτική απάντηση που καθησυχάζει τους φόβους των πολιτών, αφού την ευθύνη της διακινδύνευσης αναλαμβάνει προσωπικά ο κ. Μπαλάφας και η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ.

Υπέρ τίνος ο συμβιβασμός;



 Του Μιχάλη Γ. Τριανταφυλλίδη

Κάποιοι νόμισαν, εσφαλμένα, πως μπορείς, ετεροπροσδιοριζόμενος διαρκώς, να παράξεις πολιτική ή να γεννήσεις καινούριες ιδέες. Γιατί στις σημερινές δυσκολίες, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, ο τόπος χρειάζεται καινούριες ιδέες, νέες, φρέσκιες προτάσεις.

Χρειάζεται να αντιληφθεί ότι δεν είμαστε ο ομφαλός της γης και το άλας της πλέον, άρα η αδράνεια και αδιαφορία μας δεν δέχονται να προσδιορίζει και το δικό τους μέλλον.

Αυτό θα πρέπει να το αναδείξει και να το προτείνει, ως σχέδιο για την αναγκαία αναγέννηση,  η πολιτική δύναμη που μιλάει το λόγο της αλήθειας.

Από την επομένη των εκλογών, όμως, ακούμε μία διαρκή επανάληψη, ενός επιχειρήματος που δεν επιβεβαιώνεται στην πραγματικότητα και θέλω να επιμείνω σε αυτό, γιατί αφορά τη φιλολογία για τα πρόσημα.

Μάθαμε ακόμη και τον ίδιο μας τον εαυτό, μερικές φορές, να τον κοροϊδεύουμε και βρίσκω μάλλον λάθος αυτή την επανάπαυση σε ένα συμπέρασμα, που μόνον ορισμένοι μπορούν να αναγνώσουν.
Κυβέρνηση με αριστερό πρόσημο
Κυβέρνηση με προοδευτικό πρόσημο.

Δεν είναι ικανή και αναγκαία συνθήκη το πρόσημο.
Μπορεί κάποιος να μας μιλήσει για κυβέρνηση ικανή να κυβερνήσει;
Μπορεί κάποιος να μας προτείνει τους όρους για μια κυβέρνηση αξιόπιστη;
Μπορεί κάποιος να μας περιγράψει τι σημαίνει κυβέρνηση σοβαρή και αποτελεσματική;

Το εάν θα είναι αριστερή ή όχι, ποσώς με ενδιαφέρει και απασχολεί. Το άλλο περί προόδου παρακαλώ πολύ ας αφαιρεθεί δια παντός διότι στο όνομα της συνέβησαν τα μέγιστα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Και να έρθουμε σε ένα, ένα τα ερωτήματα.

Δεν γνωρίζω ποια υπηρεσία βάζει αυτά τα πρόσημα.
Κατ αρχάς πιστεύω ότι κανείς σήμερα δεν θα αναρωτηθεί για το ότι το ΚΚΕ απέχει τόσο από τη συμμετοχή όσο πολύ περισσότερο, από το περίφημο αριστερό πρόσημο. Οσο και να βαυκαλίζεται ότι εκπροσωπεί το ένα και το άλλο, στη χώρα μας σήμερα αντιπροσωπεύει ότι πιο οπισθοδρομικό, αντιδημοκρατικό και γκρίζο

Να δηλώσω επίσης, τη σαφή αντίθεσή μου και  αντίρρηση ότι μπροστά από το ΣΥΡΙΖΑ, θα μπορούσε απλά έστω και για υπόθεση εργασίας, να μπει,  ακόμη και ως σύμβολο άοσμο και άχρου, το «αριστερό πρόσημο».

Δεν καταλαβαίνω από που κι ως πού;

Όλα τα ξεφτισμένα, πλέον, συνθήματα, ενός αναξιολόγητου, πρόσφατου παρελθόντος, μπορούν να κουβαλούν «αριστερό πρόσημο».

Δεν είναι Αριστερά οι παλιακές και περιθωριακές πλέον οικονομίστικες θεωρίες διαφόρων «μαρξιστών διανοητών», παρωχημένων εποχών που τις ξέβρασεν η ίδια η ζωή και η πράξη και που ο Μηλιός, παρουσιάζει αριστερά και δεξιά ως «νέες δημιουργικές προτάσεις».

Δεν είναι δυνατόν ο κρατισμός, που μας έφερε σε αυτό το χάλι μέχρι σήμερα, να φαντάζει ή να προτείνεται, από κάποιους, ως λύση για το αύριο, επειδή θα τον ελέγχει ο «αριστερός» Φωτόπουλος και ο «αριστερός» Παυλόπουλος.

Την απολύτως διεφθαρμένη λογική της εθνικής δωροδοκίας του Παπανδρέου που έδωσε συντάξεις μέχρι και σε δήθεν κατιόντες απόντων από την Εθνική αντίσταση, την επαναλαμβάνουν οι Στρατούληδες, ως επιστροφή στην προτέρα ευκλεή κατάσταση.

Η Ευρώπη κλονίζεται. Μέσα σε τούτο το σκηνικό, παρακολουθούμε, ένα νεαρό μαθητευόμενο μάγο, να επιδεικνύει την έπαρση του και δεν υπάρχει από πουθενά κάποια σοβαρή πρωτοβουλία που να δείχνει, ότι έχουμε συναισθανθεί πλέον ως πολίτες τον κίνδυνο και το σημείο στο οποίο έχουμε φθάσει.

Όλοι τους προτείνουν από πέντε, έξι, εφτά σημεία ο καθένας. Άλλοι  μπορεί να προτείνουν και δέκα, γαλαντόμοι γαρ.
Και ο πολίτης σκέφτεται ακούγοντας τα ίδια και τα ίδια « καλά δεν μπορούν να βάλουν τούτα τα σημεία, το ένα δίπλα στο άλλο και να βρούν πέντε, έξι , επτά που να είναι κοινά μπας και μπορέσει να κυβερνηθεί αυτός ο τόπος και να βγει από το αδιέξοδο»;

Ακούμε διαρκώς τα ίδια χωρίς καν παραλλαγές κι όλοι εκφράζουν την αγωνία τους για την 18 όχι Μπρυμέρ αλλά Ιουνίου.

Κανείς δε δεσμεύεται για λύση πολιτική και πρόταση.

Είναι αυτό με το οποίο άρχισα.
Φοβούνται:
Την κυβέρνηση που θα είναι ικανή , χωρίς πρόσημα και γραμματόσημα.
Την κυβέρνηση που θα είναι πραγματική νίκη της πολιτικής γιατί θα έχει ξεβράσει αυτό που οι πολιτικοί θεωρούν πολιτική και δυστυχώς γι’ αυτούς, δεν ήταν ποτέ τέτοια, αλλά ήταν πάντα μια κακή τεχνική για να αναπαράγουν την εξουσία τους.

Κι εδώ, για να αναγεννηθεί η Αριστερά, σε τούτον τον τόπο, χρειάζεται τόλμη και καθαρό μυαλό, απαλλαγμένο από δεύτερες και τρίτες σκέψεις ωφελιμισμού.

Πρέπει λοιπόν να αντιληφθούμε όλοι αυτό που μας φώναξε από μακριά ένα βράδυ ο Λεωνίδας.
Ναι θα κάνουμε συμβιβασμό υποχρεωτικά για να φύγει από τον γκρεμό, η πατρίδα μας.

Το ζητούμενο πάντοτε ήταν και θα είναι  υπέρ τίνος θα είναι ο συμβιβασμός;
  

Η συγκυρία μιας νέας συνάντησης Αριστεράς-Φιλελευθερισμού



του Γιάννη Παγιασλή από το Rednotebook


Η όποια διαπραγμάτευση για τα τεκταινόμενα στο λεγόμενο «φιλελεύθερο» χώρο θα πρέπει αρχικά να τοποθετήσει ορισμένα ζητήματα ορολογίας.

Οι πολιτικοί σχηματισμοί οι οποίoι συμβατικά αναφέρονται ως «φιλελεύθεροι», στην ουσία είναι εκφράσεις ενός κεντροδεξιού πλέγματος με επιλεκτικές, ενίοτε ισχνές αναφορές στον φιλελευθερισμό. Είναι ενδιαφέρον ότι οι ίδιοι δεν προτάσσουν τον φιλελεύθερο χαρακτήρα τους ως ειδοποιό διαφορά απέναντι στον κύριο κορμό της δεξιάς, αλλά ζητήματα συγκυρίας (ΔΗΣΥ), τεχνικών επίδικων και ρυθμίσεων (Δράση-Φιλελεύθερη Συμμαχία) ή απλά δυσανεξίας ενός κοινωνικού ρεύματος «αυτοδημιούργητων» («Δημιουργία Ξανά»). Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η επίκληση του φιλελευθερισμού λειτουργεί εξωτερικά, περιγραφικά, χωρίς αξιώσεις ελέγχου των σχηματισμών αυτών ως προς τις ίδιες τις φιλελεύθερες ιδέες τους. Η ιδεολογική αυτή χαλαρότητα είναι χαρακτηριστική και αντανακλά την ιστορικά αποσπασματική σχέση της ευρύτερης ελληνικής κεντροδεξιάς με το φιλελεύθερο γίγνεσθαι.

Είναι χαρακτηριστικά, εδώ, η καχεκτική παρουσία μιας φιλελεύθερης γραμματείας στην εντόπια ιδεοκίνηση , η αργοπορημένη και τελικά αναιμική παρουσία ενός ρεύματος «καθολικού φιλελευθερισμού» που επιτεύχθηκε μέσω της Φιλελεύθερης Συμμαχίας το 2007. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι ο φιλελευθερισμός μάλλον αποδίδεται από τρίτους ως πολιτικό στίγμα, παρά αναλαμβάνεται ως πρόταγμα, ως ισχυρή αυτοδέσμευση των σχηματισμών αυτών.

Υπάρχουν θεμελιακά στοιχεία μιας φιλελεύθερης ατζέντας, όπως η σχέση κράτους-εκκλησίας, το ζήτημα των στρατιωτικών δαπανών, η φιλομεταναστευτική πολιτική και η παραβίαση προσωπικών δεδομένων, για τα οποία υπάρχουν εκκωφαντικές σιωπές στα όρια του σκανδάλου. Αυτές οι σιωπές θα μπορούσαν να γίνουν στοιχεία ενός στιβαρού ελέγχου των «φιλελευθέρων» για ασυνέπεια έως αποστασία από τις διακηρυγμένες αξίες τους. Όμως, η αρχιτεκτονική του κομματικού παιγνίου λειτουργεί με την αποδοχή της ονομαστικής αξίας των φιλελεύθερων προτάσεων ως τυπικά φιλελεύθερων. Στο πλαίσιο αυτό, όμως, δεν υπάρχουν περιθώρια για να ελεγχθεί η αποδεδειγμένη φιλελεύθερη ισχνότητα και ασυνέπεια.

Την ίδια στιγμή, η πρόσφατη άνοδος της Χρυσής Αυγής, το επικίνδυνα ασαφές περίγραμμα των «Ανεξάρτητων Ελλήνων» και η γενικότερη στροφή της σαμαρικής ΝΔ αναδεικνύουν ένα ενδιαφέρον πρόβλημα: Η ιστορική ιδεολογική αναιμία και ο επιλεκτικός φιλελευθερισμός των «φιλελευθέρων» δημιουργούν, τελικά, ένα ιδεολογικό πλαίσιο με αμβλυμένες όλες τις σταθερές που απαιτούνται για τη διατήρηση του φιλελεύθερου συμβολαίου της δημοκρατίας.

Στο πλαίσιο αυτό, ο έλεγχος του «υπαρκτού φιλελευθερισμού» ως ασυνεπή προς τις αρχές του, και όχι η αποδοχή του ως «φιλελευθερισμού», μπορεί να δημιουργήσει ένα σταθερότερο πλαίσιο δημοκρατίας, εγγύησης ατομικών δικαιωμάτων, ορθολογικής αντιμετώπισης του μεταναστευτικού κ.λπ.
Στις μέρες μας γίνονται διάφορες κινήσεις ανασύνταξης του χώρου αυτού. Είναι ενδιαφέρον ότι ουδείς διαπραγματεύεται τις κινήσεις αυτές με ένα ιδεολογικό κριτήριο φιλελευθερισμού και ότι, αντί του κριτηρίου αυτού, προτάσσονται επίδικα άλλοτε παλαιοδεξιά («όχι στην Αριστερά») και άλλοτε μεταδημοκρατικά («όχι στους πολιτικούς»).

Στην εκρηκτική συγκυρία που διανύουμε, αναδύεται η ιστορική πιθανότητα μιας κυβέρνησης της αριστεράς. Όμως, μια κυβέρνηση της αριστεράς δεν μπορεί να ευδοκιμήσει αν η αναμενόμενη πολεμική δεν διεξαχθεί εντός ενός ελάχιστου δημοκρατικού φιλελεύθερου συμβολαίου. Ταυτόχρονα, ακόμα και στο οικονομικό επίπεδο είναι αδύνατο να χαραχθεί μια βιώσιμη οικονομική πολιτική που να αφορά ένα εκατομμύριο επιχειρηματίες και μια εκτεταμένη μικροϊδιοκτησία, αν η πολιτική αυτή δεν αφομοιώσει δημιουργικά φιλελεύθερα προτάγματα για την αυτονομία του «επιχειρείν, για μια νέα κατανόηση και σχηματοποίηση των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων ως εργαλείων κοινωνικής συνοχής, κ.ο.κ.

Ίσως η ιστορική καχεξία του δεξιού φιλελευθερισμού να είναι η ευκαιρία για την δημιουργική συγκρότηση ενός κυβερνώντος αριστερού φιλελευθερισμού, ο οποίος δεν είναι μια γραφική ιδεοληψία. Το «Κόμμα των Αριστερών Φιλελεύθερων» ήταν ένα υπαρκτό κόμμα με μεγάλη συμβολή στην Αντίσταση και αναμφίβολη συμβολή στην συγκράτηση της μετεμφυλιακής αριστεράς και της ΕΔΑ. Η ιστορία του δεν είναι προς επανάληψη. Είναι, όμως, ένα παράδειγμα προς κατανόηση και επεξεργασία.

Δευτέρα, 28 Μαΐου 2012

Υπάρχει αριστερή διέξοδος στην κρίση;



του Πάσχου Μανδραβέλη από την Καθημερινή

Για την έξοδο από την κρίση δεν υπάρχει αριστερή λύση. Δεν υπάρχει καν δεξιά λύση. Ολα όσα ακούγονται περί νεοκεϊνσιανισμού είναι ωραία για να γεμίζουν σελίδες διάφοροι πανεπιστημιακοί, αλλά προϋποθέτουν δύο πράγματα: λεφτά και σχολάζουσες παραγωγικές υποδομές. Οταν μια χώρα είναι χωμένη στα χρέη μέχρι τον λαιμό και αποκλεισμένη από τις αγορές κάθε συζήτηση περί κεϊνσιανών λύσεων περιττεύει. Εκτός εάν αυτές είναι πανευρωπαϊκές, όπως προτείνει ο Ολάντ.
Από την άλλη, η νεοελληνική εκδοχή του κεϊνσιανισμού είναι για τα μπάζα ή για τα κανάλια (όσο περνάει ο καιρός αυτά γίνονται συνώνυμα). Το «ρίχτε λεφτά στην αγορά» μπορεί να είναι καλό, από άποψη φιλανθρωπίας, μπορεί να είναι καλύτερο για όσους λυμαίνονται τα κρατικά λεφτά (που έπεφταν στην αγορά), δεν κάνει –προσθέτουν όμως– τίποτε μεσοπροθέσμως στην οικονομία. Τα λεφτά σκορπίζονται· κάποιοι παίρνουν πολλά, κάποιοι λιγότερα, οι περισσότεροι ελάχιστα και αυτά τα λεφτά ταξιδεύουν στο εξωτερικό κυρίως για εισαγωγές προϊόντων και δευτερεύοντως ως εξαγωγή συναλλάγματος. Μια ανοιχτή οικονομία χωρίς παραγωγική βάση είναι η χαρά των εισαγωγέων.
Μόνος δρόμος που απομένει είναι η δημοσιονομική πειθαρχία. Πρέπει να συμμαζέψεις τα ελλείμματα, ώστε να σε εμπιστευτούν κάποιοι να σου δώσουν λεφτά για να κάνεις όλα εκείνα τα υπέροχα κεϊνσιανά που ονειρεύονται διάφοροι καθηγητάδες. Είναι μια διαδικασία δύσκολη, αλλά αναγκαία για την ανάπτυξη.
«Και η πολιτική;», μπορεί να ρωτήσουν κάποιοι, «ηττήθηκε οριστικά από την οικονομία;». Δυστυχώς, δεν υπάρχουν αριστερές ή δεξιές απαντήσεις στην κατάσταση που βρισκόμαστε· όπως δεν υπάρχουν αριστερές ή δεξιές απαντήσεις στους φυσικούς νόμους. Ο σιδηρούς νόμος της οικονομίας (έσοδα–έξοδα, παραγωγή–κατανάλωση) λειτουργεί σε όλα τα πλάτη και μήκη της Γης, ανεξαρτήτως αν οι κάτοικοι μιας χώρας έχουν δεξιές ή αριστερές προτιμήσεις. Οσοι δεν το πιστεύουν ας ρίξουν μια ματιά στη Β. Κορέα.
Η πολιτική, όμως, μπορεί να κάνει τη διαφορά σε ό,τι αφορά τις επιπτώσεις της κρίσης ή του οικονομικού αποτελέσματος συνολικότερα. Εκεί χωράει μεγάλη κουβέντα για δεξιές ή αριστερές πολιτικές. Τι, πώς, πόσο κράτος πρόνοιας; Ποιο πρέπει να είναι το ύψος χρηματοδότησής του και (συνεπώς) πόσο η φορολογία;
Αυτή είναι η συζήτηση και διάφορες χώρες δίνουν τις δικές τους λύσεις. Οι σκανδιναβικές χώρες, για παράδειγμα, απάντησαν διαφορετικά από τις ΗΠΑ. Εχουν υψηλή προοδευτική φορολογία και ισχυρό κράτος πρόνοιας, ενώ στις ΗΠΑ ο Ομπάμα σκοτώνεται με την παλαβή Δεξιά γιατί «τόλμησε» να θεσμοθετήσει ένα ελάχιστο σύστημα υγείας για τους άπορους.

Πελατειακό στάτους κβο

Στην Ελλάδα, δυστυχώς, η συζήτηση (τεχνήεντως;) δεν φτάνει ποτέ εκεί· έχει παραμείνει στα προ του 1989, πριν απαντηθεί οριστικά από τη ζωή το ερώτημα «αν χρειάζεται να επανακρατικοποιηθεί η Ολυμπιακή». Στον δημόσιο διάλογο χρησιμοποιείται ως επιχείρημα η φτώχεια των πολλών για να διατηρούνται τα προνόμια των λίγων. Και αυτό βαφτίζεται αριστερή πολιτική. Αντί να προωθείται η προσφορότερη οικονομικά λύση, ώστε το πλεόνασμα της ιδιωτικοποιημένης εταιρείας να φορολογηθεί για να ενισχυθούν οι μη έχοντες της κοινωνίας, επιλέγεται η αντιοικονομική συντηρητική επιλογή· δίνονται μάχες για τα επιδόματα των σχετικά προνομιούχων ενώ οι άνεργοι πληθαίνουν και φτωχαίνουν. Η Αριστερά δεν παλεύει για τους φτωχούς· παλεύει για να διατηρηθεί το στρεβλό και πελατειακό στάτους κβο. Για παράδειγμα, όπως γράφει ο κ. Μάνος Ματσαγγάνης, «εξαιτίας του πελατειακού κατακερματισμού του ασφαλιστικού συστήματος η ίδια εισφορά δίνει στο ΙΚΑ σύνταξη 500 ευρώ, ενώ στον ΤΑΠ–ΟΤΕ 1.500 ευρώ στα 55 χρόνια». Να θυμίσουμε ότι ο κ. Στρατούλης του ΣΥΡΙΖΑ για τον ΟΤΕ σήκωσε (παρανόμως) πανό στη Βουλή και όχι για το ΙΚΑ.
Σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες η απάντηση στις κοινωνικές επιπτώσεις της κρίσης ήταν το κράτος πρόνοιας. Μηχανισμοί με ορθολογική δομή που αναδιανέμουν εισοδήματα από τα υψηλότερα στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα. Εδώ, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Οπως γράφει ο κ. Ματσαγγάνης, «ο ιδιοφυής μηχανισμός των κοινωνικών πόρων αφαιρεί εισόδημα από τους χαμηλόμισθους και το μεταβιβάζει στους υψηλοσυνταξιούχους του ΤΣΜΕΔΕ και άλλων ταμείων. Το επίδομα τυφλών είναι 362 ευρώ τον μήνα εάν ο δικαιούχος είναι εργαζόμενος ή σπουδαστής, αλλά 697 ευρώ τον μήνα εάν είναι δικηγόρος. Μια οικογένεια μισθωτών με δύο παιδιά και χαμηλό εισόδημα δικαιούται οικογενειακό επίδομα 24,65 ευρώ τον μήνα εκτός εάν οι γονείς εργάζονται στο Δημόσιο, ή σε ΔΕΚΟ, ή σε τράπεζα, οπότε το οικογενειακό επίδομα γίνεται 236 ευρώ τον μήνα.»
Tο δίχτυ ασφάλειας στην Ελλάδα ήταν διάτρητο προ της κρίσης και παρέμεινε εξίσου διάτρητο μετά την κρίση: μέχρι το 2009 «το “αρχικό” ποσοστό φτώχειας, δηλαδή προ κοινωνικών παροχών και συντάξεων, ήταν αρκετά χαμηλότερο στην Ελλάδα (22,7%) από ό,τι στην Ε.Ε. των “27” (25,1%). Ομως, το αντίθετο ίσχυε ως προς το “τελικό” ποσοστό φτώχειας, δηλαδή αφού ληφθούν υπόψη όλες οι κοινωνικές παροχές. Αυτό ήταν υψηλότερο στην Ελλάδα (19,7%) απ’ ό,τι στην Ε.Ε. (16,3%)». Να σημειώσουμε ότι η Ελλάδα ξόδεψε ως ποσοστό του ΑΕΠ περισσότερα από τον μέσο όρο της Ε.Ε. των «27» αλλά κατάφερε να μειώσει το ποσοστό φτώχειας κατά 3 μόνο ποσοστιαίες μονάδες ενώ οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες κατά 8,8 μονάδες. Η «νεοφιλελεύθερη» Ιρλανδία έχει ποσοστό φτώχειας 15%.
Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι το Μνημόνιο ρητά προέβλεπε την εξομάλυνση των διαφορών ενισχύσεων από το κοινωνικό κράτος. Το αποτέλεσμα των επιτυχών «διαπραγματεύσεων» ήταν οι πολλαπλές εξαιρέσεις υπέρ των προνομιούχων ομάδων, που στην ουσία αναπαρήγαγε το προηγούμενο διάτρητο πλαίσιο σε πιο χαμηλό επίπεδο. Μπορεί δηλαδή ποσοτικά οι πιο πλούσιες ομάδες να επιβαρύνθηκαν περισσότερο, αναλογικά όμως τα πιο φτωχά στρώματα πλήρωσαν σχεδόν τα ίδια (8,5% το χαμηλότερο και 11,7% το πλουσιότερο).
Μια αριστερή απάντηση στην κρίση δεν θα ήταν η άρνησή της ούτε η πάλη με νύχια και δόντια για να διατηρηθεί το σημερινό στάτους κβο. Ας μην ξεχνάμε ότι η Αριστερά βρέθηκε δίπλα στους αγώνες όλων των επιμέρους ομάδων που δεν ήθελαν να αλλάξει τίποτε· από τα κλειστά επαγγέλματα μέχρι τα προνόμια των ΔΕΚΟ. Η αριστερή απάντηση στην κρίση θα ήταν η πίεση να πληρώσουν ποσοστιαία οι έχοντες περισσότερο και να επιβαρυνθούν οι φτωχοί λιγότερο· δεν θα ήταν ενάντια στο «χαράτσι» για τα ακίνητα γενικώς, θα ζητούσε περαιτέρω προοδευτική κλίμακα. Αν είχαμε, βέβαια, σοβαρή Αριστερά.

Η χαμένη ευασφάλεια και τα ΚΕΚ

Οταν η πρώην επίτροπος της Ελλάδας στην Ε.Ε. κ. Αννα Διαμαντοπούλου μίλησε, στις αρχές της περασμένης δεκαετίας, για την «ευασφάλεια» (flexicurity) ξεσηκώθηκαν και οι πέτρες. Πρώτα οι αριστερές, που κανοναρχούν τον δημόσιο διάλογο. Θεωρήθηκε ότι αυτό ένα ακόμη κόλπο, που εισάγεται στην Ελλάδα για να αμβλυνθούν οι συνέπειες της κρίσης του καπιταλισμού, ο οποίος έτσι κι αλλιώς έπρεπε να τελειώνει. Η αναφορά του πρώην πρωθυπουργού κ. Κ. Σημίτη σε «απασχολήσιμους» (δηλαδή εκείνους που έχουν τα εφόδια για να βρουν εργασία) διαστρεβλώθηκε μόνο και μόνο για να χλευαστεί.
Εμφοβο, όπως πάντα, το πολιτικό σύστημα, μπροστά στην επικοινωνιακή υπεροχή της Αριστεράς –και των χρήσιμων ηλιθίων της–, συμμαζεύτηκε. Ποτέ δεν καταστρώθηκε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο· βλέπετε, ακόμη και η διατύπωση σκέψεων είχε ποινικοποιηθεί πολιτικά: «Ετοιμάζουν επέλαση στα εργατικά δικαιώματα!» είναι ένας κλασικός τίτλος, ακόμη και των δεξιών εφημερίδων. Η ευασφάλεια, που (μαζί με πολλά άλλα) γλίτωσε τη Δανία και άλλες σοσιαλδημοκρατικές χώρες του Βορρά από τις συνέπειες της κρίσης, εγκαταλείφθηκε στην πράξη.
Οχι, όμως, καθ’ ολοκληρίαν. Απ’ όλο το οπλοστάσιο της ευασφάλειας κρατήσαμε μόνο εκείνο που μοίραζε επιδόματα: τα σεμινάρια. Δημιουργήθηκαν πολλά ΚΕΚ, για να σπαταλήσουν τα κοινοτικά κονδύλια. Φτιάχτηκαν απίθανα προγράμματα «επαγγελματικής» «κατάρτισης», που χρηματοδοτούσαν πολύ τους ατσίδες γύρω από τα δύο κόμματα εξουσίας, που διαμόρφωναν κι εκτελούσαν τα προγράμματα, λιγότερο τους διδάσκοντες (αποφοίτους ΑΕΙ ή/και με μεταπτυχιακά· «το παιδί κάπου πρέπει να τακτοποιηθεί») κι ελάχιστα τους άνεργους, οι οποίοι υπέγραφαν ότι παρακολουθούν τα σεμινάρια για να παίρνουν την αποζημίωση. Συνήθως, δε, οι άνεργοι που έμπαιναν σε αυτά τα προγράμματα δεν ήταν εκείνοι που έψαχναν δουλειά· ήταν νοικοκυρές που συμπλήρωναν το (μικρό ή μεγάλο) οικογενειακό εισόδημα «πηγαίνοντας σεμινάριο».
Ετσι λοιπόν κύλησε η «χρυσή δεκαετία των ’00s»· δηλαδή των δύο μηδενικών: 2000–2004 και 2004–2009. Οι περισσότεροι ήταν ευχαριστημένοι: οι «αντιστασιακοί» γιατί δεν άφηναν τον καπιταλισμό να μασκαρέψει το απεχθές πρόσωπό του με την ευασφάλεια· οι πτυχιούχοι διότι υποαπασχολούνταν, αλλά αποκτούσαν μόρια για να πετύχουν τον μεγάλο στόχο της πρόσληψης στο Δημόσιο· οι κομματικοί μηχανισμοί διότι διευθετούσαν τα πράγματα και πληρώνονταν σε ψήφους· και, τέλος, οι ατσίδες, που ήταν καλοί αγωγοί ψήφων προς τα κόμματα και χρημάτων προς την τσέπη τους. Και οι άνεργοι; Μη γελιόμαστε: οι άνεργοι ήταν πάντα στην Ελλάδα εκείνοι οι άνθρωποι που χρησιμεύουν είτε για να βγάλουν κάποιοι άκοπα λεφτά είτε για να κάνουν κάποιοι άλλοι άκοπα «αντίσταση» εκτονώνοντας τα ιδεολογικά τους γινάτια.
Και μετά ήρθε η κρίση... Οι άνεργοι πολλαπλασιάστηκαν, πολλαπλασιάζοντας τις ψήφους και τα επιχειρήματα των «αντιστασιακών». Οι ατσίδες έγιναν «αντιστασιακοί». Είδαν τα δεινά του δικομματισμού, λίγο πριν από την κατάρρευσή του και λίγο μετά το κλείσιμο του τροφοδότη λογαριασμού του. Πήδηξαν στις πιο κοντινές τους βάρκες και από εκεί φωνάζουν να ξανανοίξει η στρόφιγγα, αυτή που έτρεφε τον δικομματισμό, για το καλό –βεβαίως, βεβαίως!– της κοινωνίας και των ανέργων. Και οι άνεργοι; ας μην επαναλαμβανόμαστε...
Διαβάστε
- Μάνος Ματσαγγάνης, «Η κοινωνική πολιτική σε δύσκολους καιρούς. Οικονομική κρίση, δημοσιονομική λιτότητα και κοινωνική προστασία», εκδ. Κριτική



Κυριακή, 27 Μαΐου 2012

Το κλάμα των υποψηφίων μαθητών θα σας συντροφεύει στον ύπνο σας, του Λεωνίδα Καστανά




του Λεωνίδα Καστανά

Κάποτε δούλευα σε ένα καλό γυμνάσιο της Δυτικής Αθήνας. Μια μέρα ήρθαν κάποιοι συνάδελφοι μαθηματικοί από το υπουργείο και ζήτησαν να εξετάσουν τα παιδιά της Γ γυμνασίου σε πιλοτικά, υποτίθεται, θέματα. Ζήτησα να τα δω, από περιέργεια. Μόλις τα διάβασα έβαλα τα γέλια. 40 χρόνια Φυσικός με καλές γνώσεις μαθηματικών και επιτυχών στις εξετάσεις του ΑΣΕΠ το 2002, κατάλαβα ότι θα ήθελα πολύ προσπάθεια για να τα επιλύσω. Τους ρώτησα αν ελπίζουν να απαντήσει έστω και ένα παιδί, σε ένα από τα προτεινόμενα θέματα. Με κοίταξαν σαν UFO. Μετά μπήκαν στη συζήτηση και οι μαθηματικοί του σχολείου και οι λοιδορίες έπαιρναν και έδιναν. Έκαναν την εξέταση, πήραν τα προφανή αποτελέσματα και έφυγαν σαν βρεμένες γάτες.  Κάτι ανάλογο έζησε ένας άλλος συνάδελφος που ενεπλάκη πρόσφατα στην οργάνωση των νέων πειραματικών σχολείων. Ζήτησε από επιλεγμένους φυσικούς και μαθηματικούς πιλοτικά θέματα για τις σχεδιαζόμενες εισαγωγικές εξετάσεις στα πειραματικά λύκεια. Ξεκαθάρισε στους συναδέλφους ότι τα θα έπρεπε, να μπορεί να τα λύνει και αυτός που είναι Φιλόλογος. Όταν παρέλαβε τον φάκελο και έδειξε τα θέματα σε φυσικούς και μαθηματικούς, τότε αυτοί έφριξαν. Ο βαθμός δυσκολίας ήταν υπερβολικά υψηλός, ασύμβατος, όχι απλά με το επίπεδο των μαθητών, αλλά  και με τη βαθμίδα της εκπαίδευσης στην οποία απευθύνονταν.

Τα φετινά θέματα Φυσικής στις Πανελλαδικές εξετάσεις δεν ήταν θέματα ούτε για ταλέντα. Ήταν για φοιτητές ή για καθηγητές που δίνουν στον ΑΣΕΠ. Κακά θέματα που δεν εξέταζαν ούτε τις βασικές γνώσεις που πρέπει να έχουν οι απόφοιτες και οι απόφοιτοι λυκείου, ούτε την κριτική τους ικανότητα. Απευθύνονταν σε μαθητές που είχαν κατανοήσει πολύ γρήγορα τα βασικά και κάτι παραπάνω και είχαν το χρόνο και τη εξωσχολική βοήθεια να ασχοληθούν με εξεζητημένα γι’ αυτούς πράγματα. Ήταν θέματα που μπήκαν για να απογοητεύσουν, να πανικοβάλουν και κυρίως να τρομοκρατήσουν τους επόμενους. Όσοι τα πρότειναν είχαν την πρόθεση να ξαναγράψουν τη θεματική της Φυσικής των πανελλαδικών εξετάσεων. Να γεμίσουν τα ράφια με νέα πιο εξεζητημένα φροντιστηριακά βιβλία. Να σκορπίσουν την ανησυχία στις ήδη πελαγωμένες ελληνικές οικογένειες. Και φυσικά να καταδείξουν ότι χρειάζεται ακόμα περισσότερο, ακόμα καλύτερο και κυρίως ακόμα ακριβότερο φροντιστήριο.

Υπάρχει όμως και ιδεολογική διάσταση στις προθέσεις τους. Ήθελαν να δείξουν στους νέους ανθρώπους ότι το κράτος και το πολιτικό σύστημα, μπορούν, νόμιμα, να τους χτυπούν κάτω από τη μέση, να τους εξουθενώνουν, να τους λοιδορούν.

Τα θέματα πυροβολούν και το δημόσιο σχολείο, που με πενιχρά μέσα, πασχίζει να διδάξει την ύλη του σχολικού βιβλίου, ισχυριζόμενο  ότι μπορεί να βοηθήσει τους μαθητές του στον αγώνα εισαγωγής στα ΑΕΙ.
Δεν θα ισχυριστώ ότι στην επιτροπή των θεμάτων συναντήθηκαν επιφανή μέλη του Συλλόγου Ελλήνων Σαδιστών. Απλά έτυχαν να βρεθούν υπερφίαλοι και ανερμάτιστοι «δάσκαλοι» από αυτούς και αυτές που κυκλοφορούν στην ελληνική εκπαίδευση. Και κυκλοφορούν πολλοί. Και κατέχουν πόστα και δυναστεύουν χρόνια τώρα τη μέση εκπαίδευση. Αρνούνται να αναλογιστούν πότε έμαθαν (αν έμαθαν), να επιλύουν, αυτά που συχνά ρωτούν τους μαθητές τους. Και μιλάμε γι αυτούς  που είναι επαγγελματίες και όχι μαθητές που κολυμπούν και πνίγονται σε σωρεία μαθημάτων, που όλα, μα όλα, απαιτούν κρίση, ικανότητες και πληροφόρηση ειδικού.   

Δυστυχώς μόνο ειδικοί μπορούν να αντιληφθούν τι περιέχουν τα βιβλία Φυσικής της Β και Γ γυμνασίου. Μπορούν να διακρίνουν την έκταση της ύλης, το αναίτιο και ανοίκειο βάθος. Τη συσσώρευση άχρηστων πληροφοριών. Την αισθητική. Την αδυναμία να παρουσιάσουν με απλό και κατανοητό τρόπο τα ποιο συναρπαστικά φυσικά φαινόμενα και τις πιο κομψές και ακριβείς έννοιες που παρήγαγε ποτέ η ανθρώπινη σκέψη.
Οι συγγραφείς και οι κριτές ενός σχολικού βιβλίου ασχολούνται μόνο με την επιστημονική τους πληρότητα  και όχι με την παιδαγωγική τους διάσταση. Δεν μπαίνουν ποτέ στη θέση του παιδιού των 14 ή 15 χρόνων. Δεν ενδιαφέρονται για τις προγενέστερες γνώσεις του, για την αντιληπτική  του ικανότητα. Γι’ αυτό τα περισσότερα σχολικά βιβλία είναι αποτυχημένα και καίγονται στο τέλος της χρονιάς. Όχι γιατί είναι δωρεάν, αλλά γιατί είναι άχρηστα σε αυτούς στους οποίους απευθύνονται.

Απ’ ότι φαίνεται όμως υπάρχει και «Θεία δίκη». Οι εξεταστές, μέσα στη «μανία» τους να δείξουν πόσο ξύπνιοι και πονηροί είναι, μπήκαν και σε χωράφια που προφανώς δεν γνώριζαν καλά και απλά την πάτησαν. Το Γ4 θέμα είχε και μια άλλη διάσταση, μια δεύτερη λύση, που δεν είδαν. Η Φυσική εκδικήθηκε. Ούτε εγώ την είδα στην πρώτη λύση που επιχείρησα. Απλά οι συνάδελφοι γελοιοποιήθηκαν. Και αυτό ήταν καλό. Το σχέδιο που είχαν στο μυαλό τους κατέρρευσε. Φαντάζομαι πως η επόμενη εξεταστική επιτροπή δεν θα τολμήσει να αλλάξει τον οδικό χάρτη των πανελλαδικών εξετάσεων, απροειδοποίητα.
Αλλά στο ελληνικό δημόσιο δεν υπάρχουν, όπως φαίνεται κανόνες ούτε στα θέματα της Φυσικής. Καιρός να βάλουμε, δε νομίζετε;